Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

settlement visa


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο settlement παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: visa
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
settlement n(law: final disposition)διακανονισμός ουσ αρσ
 The settlement required the company to change its business practices.
 Ο διακανονισμός ανάγκασε την εταιρεία να αλλάξει τις επαγγελματικές της μεθόδους.
settlement n(resolution of a dispute)συμφωνία ουσ θηλ
 (με εκατέρωθεν υποχωρήσεις)συμβιβασμός ουσ αρσ
 After arguing for hours, we finally reached a settlement.
 Μετά από ώρες συζητήσεων, καταλήξαμε τελικά σε συμφωνία.
 Μετά από ώρες συζητήσεων, καταλήξαμε τελικά σε συμβιβασμό.
settlement n(village)οικισμός ουσ αρσ
 (συνήθως για προσωρινή χρήση)καταυλισμός ουσ αρσ
 Smith established a colonial settlement at Jamestown.
 Ο Σμιθ ίδρυσε ένα οικισμό εποίκων στο Τζέιμσταουν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
settlement n(establishing residence)αποίκηση ουσ θηλ
 The government offered farm settlements in the new territories.
settlement n(law: financial)διακανονισμός ουσ αρσ
 He received a settlement of two million dollars.
settlement,
settlement house
n
(welfare establishment)ίδρυμα ουσ ουδ
 She learned English in night classes at the settlement house.
settlement n(settling of a building)καθίζηση ουσ θηλ
 (καθομ, μτφ: το κτίριο)κάθομαι ρ αμ
 After the settlement, we will begin building the infrastructure.
 Αφού πάρει τις καθιζήσεις του το κτίριο, θα ξεκινήσουμε να κατασκευάζουμε τις υποδομές.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η μονοκατοικία κάθησε περισσότερο από το αναμενόμενο και δηιουργήθηκαν ρωγμές στους τοίχους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
legal settlement n(settling of a lawsuit)διακστικός συμβιβασμός έκφρ
 The injured worker withdrew his lawsuit after reaching a legal settlement with his employer.
life settlement n(insurance:)διακανονισμός ασφάλειας ζωής
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
settlement abroad n(emigration, moving to another country)εγκατάσταση στο εξωτερικό περίφρ
settlement date n(day by which payment must be made) (για δόση, χρέος, επιταγή)ημερομηνία διακανονισμού φρ ως ουσ θηλ
settlement hearing n(court session held to reach an agreement) (νομική επίλυση διαφορών)ακρόαση για διακανονισμό περίφρ
settlement in full n(payment of total sum owed) (ποσό, δόση, χρέος)ολική αποπληρωμή, πλήρης εξόφληση επίθ + ουσ θηλ
structured settlement n(payment of a legal claim by instalments)δομημένος διακανονισμός φρ ως ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση settlement visa στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «settlement visa».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!